Μόνιμος κάτοικος της Κύπρου και της περιοχής του Ακάμα. Απαντάται κυρίως σε ανοιχτές εκτάσεις, συχνά με διάσπαρτα δέντρα, αραιά δάση, μέσα σε χωριά ακόμη και σε πόλεις.
Είναι νυχτόβιο είδος, δραστηριοποιείται όταν νυχτώσει, οπότε και ξεκινά το κυνήγι του. Τρέφεται κυρίως με τρωκτικά (ποντίκια, αρουραίους) και θεωρείται ένας από τους πιο αποτελεσματικούς φυσικούς τρόπους ελέγχου του πληθυσμού τους.
Κυνηγά είτε από κάποιο πόστο είτε πετώντας και εντοπίζοντας το θήραμά του, συχνά με επί τόπου αιώρηση και στις δύο περιπτώσεις εφορμώντας πάνω του. Το πέταγμά του είναι σχετικά αργό, ανάλαφρο, με χαλαρά φτεροκοπήματα και εντελώς αθόρυβο. Φωλιάζει σε τρύπες τοίχων, γκρεμών, κτηρίων (στέγες) και δέντρων, ενώ δέχεται εύκολα τις τεχνητές φωλιές.
Ένα από τα μεγαλύτερα είδη κουκουβάγιας της Κύπρου, με όρθιο, λεπτό σώμα, ανοιχτόχρωμο πρόσωπο σε σχήμα καρδιάς και μαύρα μάτια, θυμίζει λίγο πρόσωπο ανθρώπου, εξού και το κυπριακό του όνομα «αθρωποπούλλι». Χρώμα χαρακτηριστικό, κατάλευκο μπροστά, ανοιχτό χρυσό-μπεζ από πάνω, από απόσταση δίνει την εντύπωση ενός μεγαλόσωμου λευκού πουλιού.
Το πέταγμά του είναι σχετικά αργό, ανάλαφρο, με χαλαρά φτεροκοπήματα και εντελώς αθόρυβο. Το κάλεσμά του είναι μια χαρακτηριστική, μακρόσυρτη, τρεμουλιαστή στριγκλιά. Εξαιτίας της μάλλον ανατριχιαστικής φωνής του και της συνήθειας που έχει να ζει μέσα σε χαλάσματα κτηρίων, έχει συνδεθεί με δοξασίες και προκαταλήψεις στο παρελθόν, εντελώς άδικα.