Μεταναστευτικό αναπαραγόμενο είδος στην Κύπρο και τον Ακάμα. Φτάνει την άνοιξη (Μάρτιο – Απρίλιο) και αναχωρεί το φθινόπωρο (Αύγουστο – Σεπτέμβριο).
Αναπαράγεται σε ανοιχτές περιοχές, κυρίως θαμνώδεις με διάσπαρτα δέντρα και σε δασικές περιοχές. Συχνά οι περιοχές που προτιμά είναι παρακείμενες ή κοντά σε αγροτικές περιοχές (π.χ. με καλλιέργειες δημητριακών και κυρίως σιταριού), εξού και η προέλευση του κυπριακού του ονόματος. Φωλιάζει σε χαμηλούς θάμνους κοντά στο έδαφος.
Συνήθως παρατηρείται να κάθεται στο έδαφος, σε βράχια, ή σε χαμηλούς θάμνους, αλλά συχνά μπορεί να κελαηδά και πιο ψηλά πάνω σε δέντρα ή ψηλούς θάμνους. Τρέφεται κυρίως με σπόρους στο έδαφος, ενώ με έντομα συνήθως την περίοδο της ανατροφής των νεοσσών του.
Έχει μέγεθος στρούθου περίπου, με πιο στενόμακρο σώμα και πιο μακριά ουρά. Το αρσενικό έχει χαρακτηριστικά κόκκινο-κανελί σώμα με την πλάτη του να έχει μαύρες ραβδώσεις, χαρακτηριστικό γκριζογάλανο κεφάλι και στήθος, ενώ ο λαιμός και το ‘μουστάκι’ του είναι επίσης κοκκινωπά. Το θηλυκό είναι παρόμοιο, με λιγότερο έντονα χρώματα, χωρίς το γκριζογάλανο κεφάλι και στήθος και ο λαιμός του είναι περισσότερο κοκκινομπέζ. Σε πολύ κοντινή απόσταση μπορεί να διακρίνεται ο λευκός οφθαλμικός δακτύλιος.